Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

δακτυλέας (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δακτυλέας Προφορά: δακτυλέας
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    το αποτύπωμα του δαχτύλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια