Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
αληγορτά
[Επίρρημα]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. αληγορτά , 2. αληγορ
Προφορά: αληγορτά
γρήγορα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Χρήση από:
Π. Υψηλάντη
Παράδειγμα:
Ξένον άλογον που καβαλκεύ' αληγορτά κατηβαίν'.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
ατσαλάν
ατσελέν
Ιδιωματική Εκδοχή
ολήγορα
ογλήγορα
αληγορετά
αγληγορετά
ληγορτά
αλήγορα
ελήγορα
αληγορκά
Γενικά Σχόλια
Επίρρημα τροπικό
Παρατηρήσεις - Σχόλια