Προέλευση:
από το ιωνικό γηράσκω με πιο συγκεκριμένη και στενή έννοια
< τρείς δ' ελάφους ο κόραξ γηράσκεται - Πλούταρχου Ηθικά>
Σχόλιο:
παθητική φωνή
Χρόνοι:
παρατατικός εγράσκουμ'νε
μέλλοντας θα γράσκουμαι
αόριστος εγράστα
Προστάκτική:
γράστ'!
Παραδείγματα:
1) « Α' το, ξάι 'κι θα γράσκηται!» ( αυτό δεν πρόκειται να παλιώσει)
2) « Εγράστα κι επήγα!» ( παραπάλιωσα, παραφθάρθηκα)