Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κότ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κότ' Προφορά: κότ
  1. μέτρο χωρητικότητας σιτηρών. Ήταν διαφόρων μεγεθών και χωρούσαν από 6 έως 12 οκάδες (μονάμ) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σουρμένων

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Επαίγ’νεν κ’ έρ’τουν κ’ έσπερνεν εννέα κότια.
    2) Εποίκεν έναν κότ’ χάταλα. (πολλά)
    3) Κοιμάται αφκά σο κότ’. (δεν έχει χαμπάρι)
    4) Όλ’ οντάν καλατζεύ’νε εσύ έμπα αφκά σο κότ’.(εσύ μη μιλάς διότι ούτε τα έκαμες, ούτε τα κάμνεις)

  2. μονάδα όγκου (7 οκάδες περίπου) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. μόδιο μέτρο χωρητικότητας σιτηρών Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια