Ερμηνεία: το ημεροκάματο
Παράδειγμα: Ημεροδούλ', ημεροφάι.
Ενικός: ημεροδούλιν / ημεροδούλ' Πληθυντικός ημεροδούλια / ημεροδούλα̤