Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ημερκόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ημερ'κόν Προφορά: ημερκόν
  1. ημεροκάματο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    βλ. ημεροδούλ'

  2. ημερομίσθιο, μεροκάματο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια