Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ηλιόπορον (το) [Επίθετο, Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ηλιόπορον Προφορά: ηλιόπορον
  1. Σχόλιο: χρησιμοποιείται ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο, αφού αποσιωπάται ο προσδιοριζόμενος όρος (πχ. μέρος). Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    προσήλιο μέρος

Παρατηρήσεις - Σχόλια