ηλιόπορον (το) [Επίθετο, Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ηλιόπορον
Προφορά: ηλιόπορον
-
Σχόλιο: χρησιμοποιείται ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο, αφού αποσιωπάται ο προσδιοριζόμενος όρος (πχ. μέρος).
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης