Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ζωγρίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ζωγρίζω Προφορά: ζωγρίζω
  1. αιχμαλωτίζω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    χτυπώ με ξύλο μέχρι αναισθησίας

  2. κακοποιώ, κακομεταχειρίζομαι Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ζωγρέω-ω με την έννοια του αιχμαλωτίζω
    < Ζώγρει Ατρέως υιέ!- Ιλιάδος 46>

    Χρόνοι:
    παρατατικός εζωγρίαζα και εζωγριδίαζα
    μέλλοντας θα ζωγρίζω και ζωγριδίζω
    αόριστος εζωγρίασα και εζωγριδίανα

    Προστακτική:
    ζωγριδία και ζωγρίασον!

    Παράδειγμα:
    « Νέπε γομού απάν' ατ' και ζωγρίασον ατον!» ( Όρμησε βρε κατά πάνω του και καταχέριασέ τον!)

Παρατηρήσεις - Σχόλια