Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ζυγιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ζυγι͜άζω Προφορά: ζυγιάζω
  1. γέρνω, σκέπτομαι (μεταφορικά) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) ζυγίζω κάτι
    2) μετρώ τα λόγια ή τις πράξεις μου

  2. ζυγίζω, ισορροπώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    ειρωνικά νυστάζω (Ιδίωμα: Σταυρί)

    Προέλευση:
    από το ουσιαστικό ζύγιν

    Παράδειγμα:
    Εκεί ζυγιάζ’νε τ’ έμορφους με τα μαργαριτάρα̤.

  3. ζυγίζω, κλίνω, γέρνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία: κρατώ τον εαυτό μου σε ισορροπία

Παρατηρήσεις - Σχόλια