Επιπλέον Ερμηνείες:
1) ζυγίζω κάτι
2) μετρώ τα λόγια ή τις πράξεις μου
Επιπλέον Ερμηνεία:
ειρωνικά νυστάζω (Ιδίωμα: Σταυρί)
Προέλευση:
από το ουσιαστικό ζύγιν
Παράδειγμα:
Εκεί ζυγιάζ’νε τ’ έμορφους με τα μαργαριτάρα̤.
Ερμηνεία: κρατώ τον εαυτό μου σε ισορροπία