Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ζιντσίρ(ι) (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ζιντσίρ Προφορά: ζιντσίρ
  1. αλυσίδα, καδένα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. αλυσίδα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια