Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ζευλοδέμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ζευλοδέμ Προφορά: ζευλοδέμ
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    το σχοινί, που συνδέει τα δύο άκρα στο ζευλίν

Παρατηρήσεις - Σχόλια