Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ζεγκλίν (τo) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ζεγκλίν Προφορά: ζεγκλίν
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    ο αναβολέας της σέλας του αλόγου

Παρατηρήσεις - Σχόλια