Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ζαρωτός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ζαρωτός Προφορά: ζαρωτός
  1. στραβός, ανάποδος, ελαφρόμυαλος (μεταφορικά) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    αούτο η δουλεία πολλά ζαρωτόν εγέντον

  2. στρεβλός, στραβός, δόλιος, Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία: αυτός που έχει σωματικό ελάττωμα
    θηλ. ζαρωτέσσα

Παρατηρήσεις - Σχόλια