Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη κουλαούζ
Παράδειγμα: Τούρκον γουλαούζ' είχαν οι Ρωμαίοι.
Ομόρριζα - Παράγωγα: γουλαουζλούχ' (κατασκοπεία) γαλαουζλαεύω (κατασκοπεύω)
Αρσενικό: Ενικός: γουλαού͜ης Πληθυντικός: γουλαούζοι / γουλαούζ'
Θηλυκό: Ενικός: γουλαούζαινα Πληθυντικός: γουλαούζ'
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.