Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

έχτρεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Προφορά: έχτρεμαν
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    για ρούχα , το να γυρίζει κανεις τα μέσα εξω

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία: το γύρισμα του μέσα μέρους του ρούχου προς τα έξω.

Παρατηρήσεις - Σχόλια