Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εφτά (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εφτά Προφορά: εφτά
  1. το διάστημα των εφτά ημερών, το έθιμο κατά το οποίο ο γαμπρός με την συνοδεία του, πήγαινε στο σπίτι της νύφης για γλέντι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια