Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γουλανεύκουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γουλανεύκουμαι Προφορά: γουλανεύκουμαι
  1. μεταχειρίζομαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη kullanmak

    Παράδειγμα:
    Τ’ εμόν το χαλκόν γουλανεύκεται σο πλύσιμον.

    Παράγωγο:
    γουλάνεμαν

  2. χρησιμοποιώ Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια