Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ευλοΐα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ευλοΐα Προφορά: ευλοΐα
  1. ευλογία Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. ευλογία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. ευλογία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Υγείαν και ευλοΐαν κι αγούρα̤ παιδία. (ευλογία)
    2) Πας και 'κ' εφτάς ευλοΐαν κι εγέντς γέλος μασχαρίαν. (καλή εργασία, καλη πράξη, Ιδίωμα: Σαντάς)
    3) Να κόπεται ευλοΐα σ', να φτωχύνεις! (αφθονία γεννημάτων)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό εὐλογία

Παρατηρήσεις - Σχόλια