ευκαιρόστομος (ο) [Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: ευκαιρόστομος
Προφορά: ευκαιρόστομος
-
φλύαρος, αθυρόστομος
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
αυτός που λέει πολλά και άνοστα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης