Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ευκαιρόστομος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ευκαιρόστομος Προφορά: ευκαιρόστομος
  1. φλύαρος, αθυρόστομος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. αυτός που λέει πολλά και άνοστα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια