Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εύκαιρος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: εύκαιρος Προφορά: εύκαιρος
  1. άδειος, κενός, απερίσκεπτος (μεταφορικά) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. άδειος, λιγόμυαλος, αγαθός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. ελαφρόμυαλος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Σαντέτεν είδες; οπίσω εύκαιρον μη κλωθ'ς ατόν. (με αδειανά χέρια)
    2) Η νύφε της Παρέσας πολλά εύκαιρος έν', ήντα̤ν προφτάν, λέει. (ελαφρόφυαλος)
    3) Επαίρεν τα εύκαιρα μ'. (μου εξομολογήθηκε την καρδιά της)
    4) Εύρεν την Πόλ', εύκαιρον. (βρήκε ευκαιρία)
    5) Εύκαιρα λόγια ή κιφάλ'. (κενά, ανόητα)

Παρατηρήσεις - Σχόλια