Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

οικουμένη (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: οικουμένη Προφορά: οικουμένη
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ο κόσμος όλος

    Παράδειγμα:
    Θα στένομε έναν χορόν ντο ’κ’ είδεν οικουμένη.

Παρατηρήσεις - Σχόλια