Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ετσουρώθεν [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ετσουρώθεν Προφορά: ετσουρώθεν
  1. τελείωσε (μεταφορικά) σταμάτησε να τρέχει Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Προέλευση:
    από τον αόριστο του ρηματος τσουρώνω

Παρατηρήσεις - Σχόλια