Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εσήνεψα [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εσήνεψα Προφορά: εσήνεψα
  1. 1) έκανα ησυχία, άλλο δεν ακούστηκα 2) έκατσα στ' αβγά μου (μεταφορικά) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια