Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εσέγκα [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εσέγκα Προφορά: εσέγκα
  1. έβαλα, τοποθέτησα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. έβαλα έφερα μέσα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    εσήνεγκα (αόριστος του ρήματος εσφέρω)

  3. Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Πρώτος ενικός αορίστου του βάλλω

    Προέλευση:
    από τον ιωνικό αόριστο του ρήματος εισφέρω, εισήνεικα που διεσώθη παρεφθαρμένον εις εσέγκα
    <αυτίκα μέν εσηνείκατο τα εκ των αγρών εις το τείχος- αμέσως βάλανε τη σοδειά μέσα- Ηροδότου Μούσαι>
    <... και εσενεγκάμενος σίτον τε και όσα πλείστα εδύναντο χρήσιμα- και στιβάζοντας στάρι και όσα άλλα μπορούσαν χρήσιμα πράγματα... Θουκυδίδη 5,115>
    <.. και μιν έπειτα Κόων δ' ευναιομένην απένεικας- κι έπειτα στην Κω τον έφερες και τον πέταξες, στην πολυκατοικημένη- Ιλιάδος Ξ 225>

    Σχόλια:
    1) ενώ το ρήμα φέρω κλίνεται ομαλά: παρ. εφέρ'να, μέλ, θα φέρω, αόρ. έφερα και έγκα, περίπου όπως ο αόριστος α' ήνεγκα, ήνεγκας, ήνεγκε
    2) το ιωνικό ήνεικα είναι ταυτόσημο στον αόριστο του: ήνεικε και ήνεγκε. Το ήνεικε λοιπόν αυτό, είναι το ποντιακό έγκεν:ήν'(ει)κε

    Χρόνοι:
    παρατατικός εβάλ'να
    μέλλοντας θα βάλλω
    αόριστος εσέγκα

    Παράδειγμα:
    Έγκα και εσέγκα τα βούδεα σ'ο μαντρίν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια