Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εσάσεψα [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εσ̌άσ̌εψα Προφορά: εσάσεψα
  1. ξέχασα, σάστισα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Προέλευση:
    από τον αόριστο του ρήματος σ̌ασεύω

Παρατηρήσεις - Σχόλια