Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γούλα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γούλα Προφορά: γούλα
  1. λαιμός, διατροφή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Το χͮειμωγκόν έκαμνα ση γούλα μ’. (διατροφή)
    2) Τα τσ̌αρούχͮια̤ πα ση γούλα μ’. (και τα παπούτσια είναι εις βάρος μου, εγώ θα τα πληρώσω)
    3) Γομούται η γούλα μ’ (συγκινούμαι), (τα δάκρυα κατεβαίνουν στο λαιμό).
    4) Κρούει τη γούλα μ’. (Ιδίωμα: Σταυρί, α) δεν το θέλω αυτό το φαγητό β) συμπαθώ αλλά δε μπορώ να το φανερώσω)
    5) Κρεμάν’ την γούλαν. (γέρνει το κεφάλι από λύπη, φόβο)
    6) Ση γούλα σ’ ’κ’ ερούξεν. (μη σε μέλει, δεν είναι δουλειά δική σου)
    7) Κρίμαν μιστόν σην γούλα σ’. (είτε κακό, είτε καλό είναι το κρίμα δικό σου!)
    8) Η γούλα τ’ κι η προίκα τ’. (νοιάζεται μόνο για το φαγί)
    9) Επεκρεμάαν σην γούλαν ατ’. (στήριξαν τις ελπίδες τους σ’ αυτόν, Ιδίωμα: Άδισσας)
    10) Έγκα τρανόν γεράν ση γούλα μ’.
    11) Ση γούλα σ’ να στέκ’! (κατάρα, να μη μπορέσεις να καταπιείς)
    12) Ας είχα μάναν και μ’ είχͮεν γούλαν. (αλλά ας μην έτρωγε)
    13) Γούλαν εκόπεν. (έχει μεγάλη όρεξη)
    14) Έχͮ' τρανόν γούλαν. (είναι λαίμαργος)
    15) Η γούλα ντο τρώει ’κί μαρτυρά. (στο Σταυρί λεγόταν για τον πολυφαγά)
    16) Η γούλα τ’ αχͮορόν'. (χωράει πολλή τροφή)

    Προέλευση:
    μεσαιωνική, από την μεσαιωνική λέξη γούλα από το Λατινικό gula

  2. λαιμός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. λαιμός, φάρυγγας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  4. λαιμός (κυριολεκτικά ο οισοφάγος), λαιμαργία (μεταφορικά) Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια