Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

επιδέξιος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: επιδέξ̌ιος Προφορά: επιδέξιος
  1. 1) ο επιτήδειος 2) ο ικανός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    συνώνυμο του επίχερος

Παρατηρήσεις - Σχόλια