Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

επεξαμώθα [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: επεξαμώθα Προφορά: επεξαμώθα
  1. 1) σήκωσα το χέρι να χτυπήσω κάποιον 2) αποπειράθηκα να χτυπήσω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Προέλευση:
    από τον αόριστο του ρήματος αποξαμούμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια