Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

όνεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: όνεμαν Προφορά: όνεμαν
  1. όνομα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Σ’ όνεμαν ατ’ όμνυαν. (τον θεωρούσαν πολύ τίμιον)

  2. όνομα, ονομασία ονομαστική γιορτή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια