Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εξαρτεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εξαρτεύω Προφορά: εξαρτεύω
  1. διευθετώ, τακτοποιώ συνηθίζω σε κάτι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. συνηθίζω κάτι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια