Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πεσκίρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πεσ̌κίρ' Προφορά: πεσκίρ
  1. πετσέτα προσώπου Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. πετσέτα προσώπου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρικική λέξη peskir

    πεσκίρ(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια