περιπαιχτέας (ο) [Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: περιπαιχτέας
Προφορά: περιπαιχτέας
-
πειραχτήρι
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
αυτός που περιπαίζει, κοροϊδεύει
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης