Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

περιά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: περιά Προφορά: περιά
  1. περιφραγμένη, με στενή δίοδο για να χωρέσει να περάσει μόνο ένα ζώο, στάνη όπου άρμεγαν τα ζώα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. περιφραγμένη στάνη για άρμεγμα ζώων με μια πολύ στενή έξοδο ώστε μόλις ένα ζώο να χωρέσει να περάσει, εκεί πιάνεται και αρμέγεται Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το ρήμα περνίζω

Παρατηρήσεις - Σχόλια