Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

περεκετλίν (το) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: περεκετλίν Προφορά: περεκετλίν
  1. ευτυχισμένο αυτό που απολαμβάνει την ευλογία Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. αυτό που αποδίδει άφθονα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τούρκική, από την τουρκική λέξη bereketli

Παρατηρήσεις - Σχόλια