Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη κουϊμέτ
Παράδειγμα: Οφέτος το λεφτοκάρ’ γουϊμά̤τ’ ’κ’ είχͮεν.
Επίθετο: γουϊμα̤τλής, -ήσα, -ήν (με μεγάλη αξία)
Ενικός: γουϊμά̤τιν / γουϊμά̤' Πληθυντικός: γουϊμά̤τα̤