Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γουϊμάτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γουϊμά̤τ' Προφορά: γουϊμεάτ
  1. αξία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη κουϊμέτ

    Παράδειγμα:
    Οφέτος το λεφτοκάρ’ γουϊμά̤τ’ ’κ’ είχͮεν.

    Επίθετο:
    γουϊμα̤τλής, -ήσα, -ήν (με μεγάλη αξία)

Παρατηρήσεις - Σχόλια