Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πενηντάλεπτον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πενηντάλεπτον Προφορά: πενηντάλεπτον
  1. το πενηνταράκι (παλιό νόμισμα) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια