Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

εντώκα [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εντώκα Προφορά: εντώκα
  1. χτύπησα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Προέλευση:
    από τον αόριστο του ρήματος κρούω

  2. κτύπησα, κακοποίησα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αττικό ρήμα κρούω

    Σχόλια:
    Ενεστώτας: κρούω
    Παρατατικός: εκρούνα
    Μέλλοντας: θα κρούω
    Αόριστος: εντώκα, ανώμαλα σχηματισμένος από το ενδίδω- ενέδωκα
    Προστακτική: ντος!

    Παραδείγματα:
    Μην κρού'ς δυνατά την πόρταν.
    Καθ΄ κα καλ'α γιατί θα κρούω σε.

    Αναφορά:
    Ρυτήρι κρούων γλουτόν...(Σοφοκλέους Αποσπάσματα 501)

Παρατηρήσεις - Σχόλια