Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

εντροπιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εντροπά̤ζω Προφορά: εντροπεάζω
  1. 1) κάνω κάποιον να ντραπεί 2) προκαλώ την ντροπή με τις πράξεις μου Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια