Παράδειγμα: Η κόρ' εντροπά̤ρία έν'φορτούται όλον τ' όρος.
Αρσενικό: Ενικός: εντροπέας Πληθυντικός: εντροπά̤ροι . εντροπά̤ρ'
Θηλυκό: Ενικός: εντροπα̤ρία Πληθυντικός: εντροπά̤ρ'
Ουδέτερο: Ενικός: εντροπά̤ρ'κον Πληθυντικός: εντροπά̤ρ'κα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.