Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

έναυλιν (το) [Ουσιαστικό]

Προφορά: έναυλιν
  1. χώρος κοντά στην αυλή Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. αυτό που βρίσκεται στην αυλή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο επίθετο εναύλιος

Παρατηρήσεις - Σχόλια