Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εμυστηρεύτα [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εμυστηρεύτα Προφορά: εμυστηρεύτα
  1. εκμυστηρεύτηκα είπα σε κάποιον κάτι που με βασάνιζε Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια