Προέλευση: τούρκικη
Παραδείγματα: 1) Κούζουμ', σούκ' γιάβρουμ. (κορίτσι μου) 2) Εστασ̌ίουντουν ας σο κουζούμ' κι ας σην γαβουρμάν. (κρέας, Ιδίωμα: Τσίτης) 3) Κούζουμ (επίκληση, κόρη μου)
Σχόλιο: 1) Λειτουργεί ως κλητική προσφώνηση ( πβ Σχόλια πηγής, πχ 1 και 3) 2) Ενικός: κούζουμιν / κούζουμ' Πληθυντικός: κούζουμα̤