Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κούζουμ (η) [Ουσιαστικό, Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κούζουμ' Προφορά: κούζουμ
  1. κόρη, κρέας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τούρκικη

    Παραδείγματα:
    1) Κούζουμ', σούκ' γιάβρουμ. (κορίτσι μου)
    2) Εστασ̌ίουντουν ας σο κουζούμ' κι ας σην γαβουρμάν. (κρέας, Ιδίωμα: Τσίτης)
    3) Κούζουμ (επίκληση, κόρη μου)

Παρατηρήσεις - Σχόλια