εμπροκούρ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: εμπροκούρ'
Προφορά: εμπροκούρ
-
το μπροστινό ξύλο του σαμαριού που προεξέχει
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
το μπροστινό ξύλο του σαμαριού που εξέχει
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης