Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εμπρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εμπρεύω Προφορά: εμπρεύω
  1. προπορεύομαι και οδηγώ το ζευγάρι βοδιών κατά το όργωμα ή άλλες ασχολίες Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. προπορευόμενος οδηγώ ζευγάρι βοδιών στο όργωμα του χωραφιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια