Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εμπάλλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εμπάλ' Προφορά: εμπάλ
  1. κομμάτι υφάσματος, με το οποίο μπαλώνει κανείς κάτι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. κομμάτι υφάσματος που χρησιμοποιείται για μπάλωμα κατεστραμμένου υφάσματος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. κουρέλι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια