Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εμίρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εμίρ' Προφορά: εμίρ
  1. εντολή Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια