Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη γουγιαμάτ
Ιδίωμα: Μετέν τη Μελετή
Παράδειγμα: Με τ’ έναν αλεμέτε και με τ’ έναν γουγεμέτ’ εγουστούρεψεν ατον.
Ενικός: γουγεμέτιν / γουγεμέτ' Πληθυντικός: γουγεμέτα̤