Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
εμερεμετλάεψεν
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: εμερεμετλάεψεν
Προφορά: εμερεμετλάεψεν
τακτοποίησε, συγύρισε, διόρθωσε
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Προέλευση:
από τον αόριστο του ρήματος μερεμετλαεύω
Παράδειγμα:
Εμερεμετλάεψεν το κονακόπον.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια