Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εμελέσσεψεν [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εμελέσ̌σ̌εψεν Προφορά: εμελέσσεψεν
  1. 1) έκανε θόρυβο 2) μίλησε δυνατά Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ποέλευση:
    από τον αόριστο του ρήματος μελεσ̌σ̌εύω

Παρατηρήσεις - Σχόλια