Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ελύεν [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ελύεν Προφορά: ελύεν
  1. έλιωσε, λύθηκε Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Προέλευση:
    από τον αόριστο του ρήματος λύνω

Παρατηρήσεις - Σχόλια